ένταση

ουσιαστικό

1. Μετρούμενο μέγεθος που δηλώνει το βαθμό δραστικότητας ή την πυκνότητα ενέργειας ενός φαινομένου, όπως στην ηχητική ή στη φωτεινή εκπομπή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ένταση του φωτός στο εργαστήριο είναι πολύ υψηλή.
  • Η ένταση στη συζήτηση αυξήθηκε όταν άρχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες.
  • Η ένταση του ήχου στη συναυλία ξεπέρασε τα όρια ασφαλείας.
  • Η ένταση του ρεύματος στο κύκλωμα μετρήθηκε με αμπερόμετρο.
  • Η ένταση που ασκήθηκε στο μέταλλο προκάλεσε μόνιμη παραμόρφωση.