εκδίκηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή σειρά ενεργειών με σκοπό την επιβολή τιμωρίας ή την πρόκληση βλάβης σε κάποιον ως απάντηση σε πραγματική ή αντιληπτή αδικία.

2. Έντονη επιθυμία ή κίνητρο για αποκατάσταση της αδικίας μέσω της πρόκλησης βλάβης ή τιμωρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήρε εκδίκηση για την προσβολή.
  • Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να συγχέεται με εκδίκηση.
  • Οι κυρώσεις ερμηνεύτηκαν ως εκδίκηση και κλιμάκωσαν την ένταση.
  • Μετά την καταστροφή, πολλοί μίλησαν για την εκδίκηση της φύσης.
  • Η εκδίκηση είναι γλυκιά, αλλά σπάνια λύνει προβλήματα.