φρικαλεότητα
ουσιαστικόΠράξη, γεγονός ή κατάσταση που προκαλεί έντονο τρόμο, φρίκη και αποτροπιασμό εξαιτίας ακραίας βίας, σαδιστικής σκληρότητας ή αποκρουστικών στοιχείων· επίσης η ιδιότητα ή ποιότητα του να προκαλεί τέτοια αντίδραση.
Συνώνυμα
θηριωδία βαρβαρότητα απανθρωπιά κτηνωδία φρίκη ωμότητα βαναυσότητα σκληρότητα αγριότητα σφαγή μακελειό στυγερότητα βία έγκλημα βασανιστήριο ασχήμια βιαιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φρικαλεότητα του πολέμου συγκλόνισε όλο τον κόσμο.
- Είδε τη φρικαλεότητα των εγκλημάτων που καταγράφηκαν στις ειδήσεις.
- Στάθηκε άφωνος μπροστά στη φρικαλεότητα της σκηνής.
- «Τι φρικαλεότητα!» ψιθύρισε όταν άνοιξε την πόρτα.
- Η ιστορία του βιβλίου περιγράφει τη φρικαλεότητα και την αντοχή των ανθρώπων.