πιστεύω
ρήμα1. Έχω την πεποίθηση ότι κάτι είναι αληθινό ή πραγματικό, ακόμη κι αν δεν υπάρχει απόλυτη απόδειξη.
2. Έχω εμπιστοσύνη σε πρόσωπο, πράγμα ή ιδέα και βασίζω σε αυτήν τις προσδοκίες ή τις πράξεις μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν πιστεύω ότι θα βρέξει σήμερα.
- Από παιδί πιστεύω στον Θεό.
- Μετά όσα είπαμε, είναι δύσκολο να σε πιστεύω.
- Με βάση τα στοιχεία, πιστεύω ότι έχει δίκιο ο καθηγητής.
- Γενικά πιστεύω πως μπορούμε να το βελτιώσουμε.