δυσπιστώ
ρήμα1. Εκδηλώνω ή αισθάνομαι επιφύλαξη και έλλειψη εμπιστοσύνης προς πρόσωπο, δήλωση ή γεγονός, αρνούμενος να το θεωρήσω αξιόπιστο χωρίς επαρκή στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ δυσπιστώ στις υποσχέσεις του, γιατί με έχει απογοητεύσει πολλές φορές.
- Πάντα δυσπιστώ στα άρθρα που παρουσιάζουν «θαυμαστικές» λύσεις χωρίς επιστημονικά δεδομένα.
- δυσπιστώ πως αυτή η είδηση είναι αληθινή χωρίς επιβεβαίωση από αξιόπιστες πηγές.
- Συχνά δυσπιστώ σε νέα τεχνολογικά προϊόντα μέχρι να δω ανεξάρτητες αξιολογήσεις.
- Σε προσωπικές σχέσεις δυσπιστώ αν δεν υπάρχει ειλικρίνεια από την αρχή.