χαλάρωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση μειωμένης φυσικής ή ψυχικής έντασης, με αίσθηση άνεσης, αποφόρτισης και απελευθέρωσης από το στρες.
2. Μείωση αυστηρότητας, περιορισμών ή ελέγχου σε κανόνες, μέτρα ή απαιτήσεις.
Συνώνυμα
χαλάρωμα ξεκούραση ανάπαυση ηρεμία χαλαρότητα αποφόρτιση αποσυμπίεση ανάπαυλα άρση ατονία ελάφρυνση ελευθεροποίηση εξασθένηση ξεγνοιασιά ξεκόλλημα αναψυχή ανακούφιση επιείκεια άνεση γαλήνεμα επιβράδυνση διακοπές ειρήνη γαλήνη παρηγοριά υπνάκος αποσυμφόρηση ελευθέρωση εξασθένιση εφησυχασμός ηρεμοσύνη ραστώνη
Αντώνυμα
ένταση άγχος στρες συστολή σφίξιμο αυστηροποίηση επιβολή αυστηρότητα βάσανο κράτημα κόπος εργασία διάβασμα επιφυλακή αναχαίτιση ανόρθωση καταπόνηση πιάσιμο πίεση εγρήγορση αγωνία απαγόρευση δοκιμασία εκνευρισμός μαρτύριο μόχθος νευρικότητα περιορισμός στίβος στενοχώρια συγκράτηση ταλαιπωρία φρένο στάση νεύρο λαβή πανικός αδημονία επαγρύπνηση προπόνηση σεμινάριο συμπίεση τόνωση ασχολία εγκλεισμός έλεγχος πάθος συναγερμός ζόρι επιτήρηση δέσμευση καραντίνα έγνοια εστίαση περιφρούρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαλάρωση μετά τη γυμναστική είναι απαραίτητη.
- Κάνω ασκήσεις αναπνοής για χαλάρωση όταν νιώθω άγχος.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων.
- Η απότομη χαλάρωση των μυών προκάλεσε πτώση.
- Η χαλάρωση της έντασης στη συζήτηση βοήθησε να βρεθεί λύση.