χάνω
ρήμα1. Έρχεται σε κατάσταση όπου ένα αντικείμενο, πρόσωπο ή δικαίωμα παύει να βρίσκεται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό μου, είτε προσωρινά είτε οριστικά.
Συνώνυμα
χάνομαι ηττώμαι ηττώνομαι απολέω εξαφανίζομαι αφανίζομαι σπαταλώ αποπροσανατολίζομαι εκπίπτω παραδίνομαι απολέομαι υστερώ ξεχνώ αποτυγχάνω αμελώ ξεχνάω απουσιάζω εξαφανίζω θυσιάζω
Αντώνυμα
κερδίζω νικάω βρίσκω κρατώ προλαβαίνω πιάνω βγάζω συναντώ νικώ αποκτώ ξαναπαίρνω αρπάζω φυλάω συλλαμβάνω κατέχω επικρατώ θριαμβεύω κατακτώ κυριαρχώ ξεπερνώ σαρώνω σώζομαι κατατροπώνω κατοχυρώνω υπερισχύω υπερνικώ εντοπίζω διατηρώ σώζω ανακτώ γλιτώνω φέρω φτάνω κρατάω λαμβάνω σκοπεύω πετυχαίνω ξαναγίνομαι ανιχνεύω διαθέτω διασώζω επιτυγχάνω καταλαμβάνω κατορθώνω σκίζω ανακάμπτω εστιάζω κυριεύω διαφυλάσσω βλέπω έχω καταφέρνω παράγω καρφώνω ανταπεξέρχομαι διασώζομαι παραλαμβάνω αντλώ παρευρίσκομαι υπερέχω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί χάνω τα κλειδιά μου.
- Αν αργήσω, θα χάνω το λεωφορείο.
- Όταν χάνω στο παιχνίδι, προσπαθώ να μάθω από τα λάθη μου.
- Με αυτό το λάθος χάνω την ευκαιρία για προαγωγή.
- Σιγά σιγά χάνω την υπομονή μου.
- Δεν θέλω να χάνω τους ανθρώπους που αγαπώ.