καταφέρνω
ρήμα1. Εκτελώ ή φέρνω εις πέρας μια ενέργεια, έργο ή στόχο μετά από προσπάθεια ή παρά τις δυσκολίες, ώστε να πραγματοποιηθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν καταφέρνω να ξυπνήσω νωρίς χωρίς ξυπνητήρι.
- Τελικά κατάφερα να ολοκληρώσω το έργο πριν την προθεσμία.
- Η γιαγιά δεν καταφέρνει πια να ανεβεί τις σκάλες.
- Οι φίλοι κατάφεραν να οργανώσουν την έκπληξη παρά τις δυσκολίες.
- Θα καταφέρω να έρθω αύριο αν τελειώσω νωρίς.