αποτυγχάνω
ρήμα1. Δεν κατορθώνω να επιτύχω τον σκοπό, το αποτέλεσμα ή την επιδιωκόμενη έκβαση μιας ενέργειας ή προσπάθειας.
2. Δεν λειτουργεί ή δεν αποδίδει όπως προορίζεται ένα σχέδιο, έργο, μηχανισμός ή διαδικασία, με συνέπεια να μην επιτυγχάνονται οι στόχοι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιτυγχάνω πετυχαίνω βρίσκω περνάω περνώ ανταποκρίνομαι αποδίδω πραγματοποιώ σκίζω αντεπεξέρχομαι ευτυχώ καταφέρνω κατορθώνω νικώ κερδίζω θριαμβεύω ευοδώνομαι φτάνω πιάνω σκοπεύω καλύπτω εντοπίζω προλαβαίνω ξεπερνάω λύνω ανιχνεύω κατακτώ ξεπερνώ διεκπεραιώνω υπερνικώ στοχεύω ανταπεξέρχομαι επικρατώ μπορώ καταλαβαίνω μαθαίνω ολοκληρώνω διαχειρίζομαι εκτελώ επιχειρώ προσαρμόζομαι υλοποιώ
Παραδείγματα χρήσης
- Στις παρουσιάσεις αποτυγχάνω όταν δεν έχω εξασκηθεί αρκετά.
- Συχνά αποτυγχάνω να ολοκληρώσω τις εργασίες στην ώρα τους.
- Το λογισμικό αποτυγχάνει μετά από λίγο, γι' αυτό χρειάζεται διόρθωση.
- Το πείραμα απέτυχε λόγω σφάλματος στη μεθοδολογία.
- Παρά τις προσπάθειες της ομάδας, αποτύχαμε να φτάσουμε τον στόχο.
- Μη ντρέπεσαι αν αποτυγχάνεις — η αποτυχία βοηθά στη βελτίωση.