κατορθώνω
ρήμα1. Φέρνω σε πέρας μια ενέργεια ή έναν σκοπό που απαιτεί προσπάθεια ή συναντά εμπόδια, με το αποτέλεσμα να αντιστοιχεί σε ό,τι επιδιώχθηκε.
Συνώνυμα
καταφέρνω επιτυγχάνω πετυχαίνω πραγματοποιώ υλοποιώ εκπληρώνω ολοκληρώνω κερδίζω μπορώ προλαβαίνω κατακτώ περατώνω αποπερατώνω σημειώνω αποκτώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χρόνο κατορθώνω να τερματίζω τον μαραθώνιο, παρά τις δυσκολίες.
- Με πολύ προσπάθεια, η ομάδα κατορθώνει να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.
- Δεν κατορθώσαμε να λύσουμε το πρόβλημα την πρώτη μέρα, αλλά επιμείναμε.
- Σε δύσκολες συνθήκες κατορθώνει κανείς να διατηρήσει την ελπίδα.
- Τελικά κατορθώθηκε το αδύνατο χάρη στη συνεργασία όλων.