κατορθώνω

ρήμα

1. Φέρνω σε πέρας μια ενέργεια ή έναν σκοπό που απαιτεί προσπάθεια ή συναντά εμπόδια, με το αποτέλεσμα να αντιστοιχεί σε ό,τι επιδιώχθηκε.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε χρόνο κατορθώνω να τερματίζω τον μαραθώνιο, παρά τις δυσκολίες.
  • Με πολύ προσπάθεια, η ομάδα κατορθώνει να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.
  • Δεν κατορθώσαμε να λύσουμε το πρόβλημα την πρώτη μέρα, αλλά επιμείναμε.
  • Σε δύσκολες συνθήκες κατορθώνει κανείς να διατηρήσει την ελπίδα.
  • Τελικά κατορθώθηκε το αδύνατο χάρη στη συνεργασία όλων.