πετυχαίνω
ρήμα1. Καταφέρνω να πραγματοποιήσω έναν σκοπό ή στόχο και να φτάσω στο επιθυμητό ή αναμενόμενο αποτέλεσμα.
2. Χτυπώ ή βρίσκω έναν συγκεκριμένο στόχο ή σημείο με ακρίβεια (για βολή, ρίψη ή κρούση).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με πολύ διάβασμα πετυχαίνω στις εξετάσεις.
- Όταν στοχεύω σωστά, πετυχαίνω το κέντρο του στόχου.
- Στην αγορά συχνά πετυχαίνω παλιούς συμμαθητές.
- Αν φύγω τώρα, πετυχαίνω το τελευταίο λεωφορείο.
- Στον διαγωνισμό μαγειρικής πετυχαίνω την πρώτη θέση.