σύγκρουση
ουσιαστικό1. Επαφή ή πρόσκρουση μεταξύ δύο ή περισσότερων σωμάτων, συνήθως με μεταφορά ενέργειας που προκαλεί μεταβολή της κίνησης, ζημιά ή παραμόρφωση.
Συνώνυμα
πρόσκρουση τρακάρισμα καραμπόλα σύρραξη συμπλοκή σύμπτωση κόντρα αντίκρουση αναμέτρηση αντιπαράθεση μάχη διαμάχη διένεξη αντίθεση τσακωμός συντριβή έρις αγών ασυμφωνία αγώνας πάλη διαφωνία μονομαχία καυγάς πόλεμος διαξιφισμός διαπληκτισμός διχόνοια καβγάς κρούση τριβή επαφή χτύπημα έριδα διαφορά αψιμαχία ανταγωνισμός αντιπαλότητα διχογνωμία εχθρότητα συναγωνισμός βία ατύχημα δυστύχημα αντίφαση αντιδικία κτύπημα μάλωμα
Αντώνυμα
ειρήνη συμφωνία συναίνεση συνεργασία συνεννόηση συμφιλίωση ενότητα ομόνοια συμβιβασμός ανακωχή αρμονία διπλωματία εκεχειρία συνέργεια συνδιαλλαγή σύμπνοια συμπόρευση συνύπαρξη σύμπραξη συγκλίνηση σύμπλευση συμμαχία ταύτιση αλληλεγγύη αποφυγή διακανονισμός σιωπητήριο συμφωνητικό συνθήκη διαπραγμάτευση ενέδρα ειρηνικότητα εναρμόνιση ντιλ ομοψυχία συμβατότητα σύμφωνο αποδοχή ομοφωνία φιλία χημεία προσαρμογή συσπείρωση συμβίωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων ήταν σφοδρή και προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
- Η σύγκρουση μεταξύ των συναδέλφων καθυστέρησε την παράδοση του έργου.
- Υπήρξε πολιτική σύγκρουση για το νέο νομοσχέδιο στη Βουλή.
- Παρακαλώ δηλώστε όποια σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει την κρίση.
- Η σύγκρουση στο πρόγραμμα των συνεδριάσεων ανάγκασε αναπροσαρμογή των ωραρίων.