εγκατάλειψη

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή πράξη του να αφήνει κάποιος οριστικά ή προσωρινά πρόσωπο, ζώο, πράγμα ή τόπο χωρίς φροντίδα, προστασία ή συνοδεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εγκατάλειψη του παλιού εργοστασίου ήταν εμφανής από τα σπασμένα παράθυρα.
  • Ένιωσε βαθιά εγκατάλειψη όταν οι γονείς του απουσίαζαν για μήνες.
  • Η ομάδα ανακοίνωσε την εγκατάλειψη του έργου λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
  • Η εγκατάλειψη του κατοικίδιου από τον ιδιοκτήτη θεωρείται ποινικό αδίκημα.
  • Η εγκατάλειψη της αγροτικής περιοχής οδήγησε σε μείωση των υπηρεσιών και της οικονομικής δραστηριότητας.