εγκατάλειψη
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή πράξη του να αφήνει κάποιος οριστικά ή προσωρινά πρόσωπο, ζώο, πράγμα ή τόπο χωρίς φροντίδα, προστασία ή συνοδεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φροντίδα επιμέλεια συντήρηση διατήρηση συνέχιση παραμονή φύλαξη προστασία ανατροφή αρωγή επίβλεψη βοήθεια επιχείρηση υποστήριξη επιμονή κατάληψη σκοπιά στήριξη συμπαράσταση αγωγή κατοίκηση περίθαλψη περιφρούρηση υιοθεσία διάσωση αφοσίωση διαμονή ενασχόληση καριέρα παρακολούθηση αποστολή καμπάνια μέριμνα μπουκάρισμα πληθυσμός προετοιμασία υιοθέτηση χειρισμός απόπειρα τελείωση συνάντηση λειτουργία δοκιμή επίκληση έλευση δραστηριοποίηση εκσυγχρονισμός ψάξιμο
Παραδείγματα χρήσης
- Η εγκατάλειψη του παλιού εργοστασίου ήταν εμφανής από τα σπασμένα παράθυρα.
- Ένιωσε βαθιά εγκατάλειψη όταν οι γονείς του απουσίαζαν για μήνες.
- Η ομάδα ανακοίνωσε την εγκατάλειψη του έργου λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
- Η εγκατάλειψη του κατοικίδιου από τον ιδιοκτήτη θεωρείται ποινικό αδίκημα.
- Η εγκατάλειψη της αγροτικής περιοχής οδήγησε σε μείωση των υπηρεσιών και της οικονομικής δραστηριότητας.