φροντίδα
ουσιαστικό1. Οι ενέργειες και η προσοχή που παρέχονται για την υποστήριξη, προστασία και ευημερία ανθρώπων, ζώων ή πραγμάτων.
2. Η ευθύνη και το καθήκον της επίβλεψης, οργάνωσης και ικανοποίησης αναγκών κάποιου ή κάποιου αντικειμένου.
Συνώνυμα
μέριμνα επιμέλεια μέλημα περίθαλψη συντήρηση περιποίηση προστασία φύλαξη κηδεμονία πρόνοια παρακολούθηση υποστήριξη επίβλεψη προσοχή ευθύνη σπουδή έννοια θεραπεία στοργή έγνοια αντιμετώπιση προσεκτικότητα τρυφερότητα εξυπηρέτηση ενδιαφέρον φρούρηση ανησυχία φιλοξενία καθαριότητα διαφύλαξη ευσυνειδησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φροντίδα των παιδιών απαιτεί υπομονή και αγάπη.
- Ο γιατρός πρότεινε επιπλέον φροντίδα μετά το χειρουργείο.
- Να ποτίζεις τα λουλούδια με φροντίδα κάθε πρωί.
- Έδειξε μεγάλη φροντίδα στη διόρθωση των λαθών του κειμένου.
- Ανάλαβε τη φροντίδα του ηλικιωμένου γείτονα μέχρι να συνέλθει.