απραξία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία παρατηρείται απουσία δράσης ή παρέμβασης από άτομα ή φορείς, με συνέπεια τη διακοπή ή τον περιορισμό λειτουργιών, εργασιών ή πρωτοβουλιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απραξία της κυβέρνησης στις περιβαλλοντικές κρίσεις προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Ο ασθενής διαγνώστηκε με απραξία μετά το εγκεφαλικό, παρότι οι μύες του λειτουργούσαν κανονικά.
  • Η απραξία των υπευθύνων στο θέμα των υποδομών οδήγησε σε σοβαρές καθυστερήσεις.
  • Η μακροχρόνια απραξία στην αγορά εργασίας αύξησε το ποσοστό ανεργίας.
  • Η απραξία του διοικητικού συμβουλίου στο κρίσιμο ζήτημα κόστισε την ευκαιρία για εξαγορές.