απραξία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία παρατηρείται απουσία δράσης ή παρέμβασης από άτομα ή φορείς, με συνέπεια τη διακοπή ή τον περιορισμό λειτουργιών, εργασιών ή πρωτοβουλιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δράση δραστηριότητα ενέργεια εργασία παραγωγικότητα ενεργητικότητα εργατικότητα ασχολία ενασχόληση επέμβαση χειρισμός επιχείρηση πράξη άθλημα πρότζεκτ αντιμετώπιση γυμναστική δραστικότητα εγχείρημα ζωηράδα κινητοποίηση φιλοπονία κινητικότητα εγρήγορση πρωτοβουλία δραστηριοποίηση μόχθος απασχόληση διαχείριση επιδίωξη ζήλος ζωντάνια ζωτικότητα ορμή προσπάθεια απόδοση καριέρα λειτουργία χορός εκδήλωση επάγγελμα όραμα σπουδή χειρονομία επιφυλακή συμβάν φιλοδοξία ανταπόκριση διεκπεραίωση εξάσκηση εξερεύνηση ετοιμότητα σχολιασμός τρέξιμο αναπαράσταση αφήγηση διακίνηση επινοητικότητα μελέτη τσαγανό τέχνη γιορτή κίνηση ισχύς καμπάνια έμπνευση θέληση φιλοσοφία αδημονία απόπειρα ερέθισμα κτύπημα μπίζνα μπρίο σφρίγος συνεστίαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η απραξία της κυβέρνησης στις περιβαλλοντικές κρίσεις προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Ο ασθενής διαγνώστηκε με απραξία μετά το εγκεφαλικό, παρότι οι μύες του λειτουργούσαν κανονικά.
- Η απραξία των υπευθύνων στο θέμα των υποδομών οδήγησε σε σοβαρές καθυστερήσεις.
- Η μακροχρόνια απραξία στην αγορά εργασίας αύξησε το ποσοστό ανεργίας.
- Η απραξία του διοικητικού συμβουλίου στο κρίσιμο ζήτημα κόστισε την ευκαιρία για εξαγορές.