μελέτη

ουσιαστικό

1. Συστηματική έρευνα και ανάλυση ενός θέματος ή φαινομένου με σκοπό την απόκτηση γνώσης, την επεξεργασία δεδομένων ή την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μελέτη δείχνει ότι η τακτική άσκηση μειώνει τον κίνδυνο καρδιοπαθειών.
  • Μια κλινική μελέτη έδειξε την αποτελεσματικότητα του νέου φαρμάκου.
  • Αφιερώνω δύο ώρες καθημερινά στη μελέτη για τις τελικές εξετάσεις.
  • Η αρχιτεκτονική μελέτη για το έργο περιλαμβάνει σχέδια και προμετρήσεις.
  • Στην μελέτη περίπτωσης που παρουσιάστηκε, αναλύθηκαν οι αιτίες της αποτυχίας.