επέμβαση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή παρέμβαση που γίνεται με σκοπό να αλλάξει, να διορθώσει ή να επιλύσει μια κατάσταση, διαδικασία ή σύγκρουση.

2. Ιατρική πράξη, συχνά χειρουργική διαδικασία, που πραγματοποιείται για διάγνωση, θεραπεία ή αποκατάσταση του οργανισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επέμβαση στο νοσοκομείο κράτησε τρεις ώρες.
  • Η διεθνής κοινότητα συζήτησε την ανάγκη για πολιτική επέμβαση.
  • Ο τεχνικός έκανε μια επέμβαση στο δίκτυο για να αποκαταστήσει τη σύνδεση.
  • Η καλλιτεχνική επέμβαση στο δημόσιο χώρο τράβηξε τα βλέμματα.
  • Η κοινωνική υπηρεσία αποφάσισε την άμεση επέμβαση για την προστασία του παιδιού.