αποδέχομαι
ρήμα1. Δέχομαι πρόταση, προσφορά ή αίτημα και εκφράζω τη συγκατάθεσή μου.
2. Αναγνωρίζω την εγκυρότητα, την ορθότητα ή την ύπαρξη ενός ισχυρισμού, εγγράφου, κατάστασης ή γεγονότος.
Συνώνυμα
δέχομαι πείθομαι παραδέχομαι εγκρίνω συγκατατίθεμαι υιοθετώ αναγνωρίζω ενστερνίζομαι αγκαλιάζω ασπάζομαι συμβιβάζομαι συναινώ λαμβάνω αναλαμβάνω προσλαμβάνω συμφωνώ καλωσορίζω ανέχομαι αφήνομαι υποδέχομαι παραλαμβάνω συγχωρώ παίρνω τσιμπάω επικροτώ καταπίνω συμφιλιώνομαι πιστεύω επιτρέπω ομολογώ επιδοκιμάζω
Αντώνυμα
αρνούμαι απορρίπτω αντιδρώ αντιλέγω αντιτάσσομαι απαρνούμαι αποβάλλω αποκρούω αποποιούμαι απορρίπτομαι επιχειρηματολογώ σνομπάρω δίνω ελέγχω κρίνω αντιστέκομαι αντιστρατεύομαι αξιώνω αποδιώχνω αποστρέφω εκδιώκω εκδιώχνω επιφυλάσσομαι καταψηφίζω διαφωνώ αμφισβητώ αποδοκιμάζω ακυρώνω αντιτίθεμαι διαψεύδω αποκηρύσσω αγωνίζομαι αναιρώ αντικρούω αντιμάχομαι αντιπαρατίθεμαι αξιολογώ αποκλείομαι αποκλείω αποστρέφομαι απωθώ διαμαρτύρομαι διεκδικώ δυσπιστώ εκζητώ εναντιώνομαι εξαιρώ καταγγέλλω κατακρίνω παρακάμπτω ζητώ αμφιβάλλω απαιτώ ισχυρίζομαι τσεκάρω αμύνομαι ανασκευάζω ανταπαντώ αντιπαλεύω γκρινιάζω εξορίζω καταρρίπτω ξεγράφω παραγκωνίζω παραπονιέμαι παρεξηγώ στιγματίζω ταράζομαι διατάζω παλεύω κουμαντάρω χειραγωγώ καταπολεμώ
Παραδείγματα χρήσης
- Τους όρους αποδέχομαι και υπογράφω τη σύμβαση.
- Τη συγγνώμη σου αποδέχομαι, ας μην επαναληφθεί.
- Την ευθύνη για το λάθος αποδέχομαι και θα το διορθώσω.
- Την πραγματικότητα αποδέχομαι όπως είναι, χωρίς ψευδαισθήσεις.
- Το δώρο σου αποδέχομαι με ευγνωμοσύνη.
- Την ήττα αποδέχομαι με αξιοπρέπεια.