απαθής
επίθετο1. Που δεν εκδηλώνει ή δείχνει συναισθήματα, συγκίνηση ή έντονο ενδιαφέρον σε περιστάσεις που συνήθως προκαλούν αντίδραση.
Συνώνυμα
ασυγκίνητος αδιάφορος αναίσθητος ψυχρός ατάραχος ανέκφραστος ανεπηρέαστος άψυχος παθητικός υποτονικός χλιαρός κρύος άτονος ανάλγητος αποστασιοποιημένος παγερός αμέτοχος αδρανής ακίνητος ρομποτικός κουλ απρόσωπος απόμακρος ηρεμημένος ουδέτερος ψύχραιμος άχρωμος απρόθυμος ηρεμικός ληθαργικός μουδιασμένος
Αντώνυμα
συγκινημένος ευσυγκίνητος συναισθηματικός ευαίσθητος παθιασμένος ενθουσιώδης εκδηλωτικός συγκλονισμένος ενδιαφερόμενος εκστατικός φλογερός ερωτευμένος καρδιακός ενθουσιασμένος ένθερμος αφοσιωμένος κατάπληκτος μαγεμένος ορεξάτος συγκινητικός ενεργός θερμός συμμετοχικός αγωνιώδης δραστήριος ενδιαφέρον ζωηρός συγκλονιστικός τρυφερός νευρικός εκρηκτικός έκπληκτος δυναμικός ανεβασμένος ελεήμων εμβρόντητος θιγμένος προβληματισμένος στοργικός τσιμπημένος θερμόαιμος καυτός χαρωπός ζωντανός αγαπητός ευγνώμων ερωτικός έντονος ψυχικός αγχώδης αισθησιακός δεκτικός δραστικός ετοιμοπόλεμος θορυβημένος πυρετώδης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απαθής άντρας άκουσε τα νέα χωρίς να δείξει συγκίνηση.
- Η απαθής συγγραφέας περιέγραφε τα τραγικά γεγονότα με ψυχρό, αποστασιοποιημένο ύφος.
- Το κοινό έμεινε απαθές παρά την έντονη αντιπαράθεση στη σκηνή.
- Οι πολίτες ήταν απαθείς απέναντι στην προεκλογική εκστρατεία.
- Μετά το ισχυρό φάρμακο, ο ασθενής έγινε απαθής και δεν ανταποκρινόταν στα ερεθίσματα.