ληθαργικός

επίθετο

1. Που εμφανίζει υπνηλία ή τάση για ύπνο, με μειωμένη σωματική δραστηριότητα και αίσθημα αδράνειας.

2. Που χαρακτηρίζεται από βραδύτητα στις κινήσεις ή στις αντιδράσεις και χαμηλή ψυχική ή συναισθηματική εγρήγορση.

Συνώνυμα

νωθρός υπνηλός νυσταγμένος ληθαργώδης υπνώων νωχελικός αδρανής μουδιασμένος άτονος οκνηρός υποτονικός αναβλητικός ναρκωμένος τεμπέλης απαθής πλαδαρός σβησμένος κουρασμένος αναιμικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την έκθεση στον ήλιο ήταν ληθαργικός και δυσκολευόταν να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
  • Η απογοήτευση τον άφησε ληθαργικό, χωρίς διάθεση να αντιδράσει.
  • Το φίδι παρέμεινε ληθαργικό καθ' όλη τη διάρκεια του χειμώνα.
  • Η υψηλή δόση του φαρμάκου τον έκανε ληθαργικό, με μειωμένη αντίδραση στα ερεθίσματα.
  • Ήταν μια ληθαργική περίοδος για την πόλη — οι επιχειρήσεις σχεδόν σταμάτησαν.