ψυχικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την ψυχή ή τις ψυχικές λειτουργίες, όπως η σκέψη, τα συναισθήματα, η μνήμη και η βούληση.

2. Που αναφέρεται στην ψυχική κατάσταση ή την ψυχική υγεία ενός ατόμου.

Συνώνυμα

ψυχολογικός πνευματικός νοητικός συναισθηματικός παραψυχικός ψυχοπνευματικός διανοητικός ψυχιατρικός εσωτερικός μεταφυσικός μαντικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ψυχική υγεία πρέπει να είναι προτεραιότητα.
  • Ο ψυχικός τραυματισμός από το ατύχημα χρειάστηκε μακροχρόνια υποστήριξη.
  • Ισχυρίζεται ότι διαθέτει ψυχικές ικανότητες.
  • Το ψυχικό κόστος του αποχωρισμού ήταν μεγάλο.
  • Στο πανηγύρι υπήρχαν ψυχικοί που προσέφεραν αναγνώσεις ταρώ.