ακινησία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση απουσίας κίνησης ή μετατόπισης, όπου ένα αντικείμενο ή οργανισμός παραμένει σταθερός σε θέση.

2. Μεταφορικά, περίοδος ή κατάσταση έλλειψης δραστηριότητας ή ανάπτυξης, κατά την οποία διαδικασίες ή λειτουργίες παγώνουν ή δεν προχωρούν.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακινησία του παιδιού όταν άκουσε την έκπληξη ανησύχησε τους γονείς.
  • Η ακινησία μετά το εγκεφαλικό τον ανάγκασε να μάθει ξανά το περπάτημα.
  • Η ακινησία στην εθνική οδό προκλήθηκε από τη σύγκρουση πολλών οχημάτων.
  • Η ακινησία της αγοράς είχε άμεσες συνέπειες στις μικρές επιχειρήσεις.
  • Η ακινησία της λίμνης το πρωί μοιάζει με καθρέφτη.