ακινησία
ουσιαστικό1. Κατάσταση απουσίας κίνησης ή μετατόπισης, όπου ένα αντικείμενο ή οργανισμός παραμένει σταθερός σε θέση.
2. Μεταφορικά, περίοδος ή κατάσταση έλλειψης δραστηριότητας ή ανάπτυξης, κατά την οποία διαδικασίες ή λειτουργίες παγώνουν ή δεν προχωρούν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κίνηση κινητικότητα κινητοποίηση δραστηριότητα δράση διακίνηση δρώμενο κίνημα μετακίνηση ορμή περίπατος περιστροφή βήμα πορεία πράξη ρεύμα διαδρομή κατεύθυνση ενέργεια χορός στροφή πέρασμα τροχιά κυκλοφορία τάση κούρσα γύρισμα περπάτημα κινητήρας πήδημα άθλημα δίνη εξερεύνηση μανούβρα μετάβαση μετατόπιση περπατησιά προχώρημα ρότα στρόβιλος περιφορά ράλι τρέξιμο φόρα ροή ενεργοποίηση ζωντάνια δρομολόγιο ελιγμός καινοτομία πλεύση ρυθμός ταξίδι βόλτα μεταφορά εξέλιξη γκάζι περιοδεία αναστροφή διαδοχή ζωηρότητα κτύπημα νεωτερισμός οδοιπορικό πλοήγηση σάρωση μεταβολή ζωτικότητα κουνήμα αλλαγή αναζωογόνηση βολίδα πτήση διαδικασία περίσταση διέξοδος εναλλαγή επέλαση επανάσταση ερέθισμα τρίψιμο επανεκκίνηση πανδαιμόνιο ταξιδάκι
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακινησία του παιδιού όταν άκουσε την έκπληξη ανησύχησε τους γονείς.
- Η ακινησία μετά το εγκεφαλικό τον ανάγκασε να μάθει ξανά το περπάτημα.
- Η ακινησία στην εθνική οδό προκλήθηκε από τη σύγκρουση πολλών οχημάτων.
- Η ακινησία της αγοράς είχε άμεσες συνέπειες στις μικρές επιχειρήσεις.
- Η ακινησία της λίμνης το πρωί μοιάζει με καθρέφτη.