ακαμψία
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα σώμα ή υλικό παρουσιάζει μικρή ή καθόλου ικανότητα παραμόρφωσης ή κάμψης υπό την επίδραση εξωτερικών δυνάμεων, διατηρώντας το σχήμα και τη μορφή του.
Συνώνυμα
δυσκαμψία αδιαλλαξία αυστηρότητα σκληρότητα στερεότητα ένταση σφίξιμο σφιχτότητα πείσμα ακινησία σκληροπυρηνικότητα
Αντώνυμα
ευελιξία ευλυγισία ελαστικότητα ευκαμψία διαλλακτικότητα φυσικότητα χαλαρότητα μαλακότητα πλαστικότητα κινητικότητα ευπλαστικότητα επιείκεια επινοητικότητα χάρις ηπιότητα προσαρμογή υποχωρητικότητα κάμψη ρευστότητα φιλικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακαμψία των μυών του έκανε το πρωί δύσκολη την κίνηση.
- Η ακαμψία του στις διαπραγματεύσεις εμπόδισε κάθε συμβιβασμό.
- Η ακαμψία της δοκού υπολογίστηκε για να εξασφαλιστεί η σταθερότητα της κατασκευής.
- Μετά το ατύχημα, ένιωσε έντονη ακαμψία στον αυχένα.
- Η ακαμψία των κανονισμών δεν επέτρεψε ευελιξία στην εφαρμογή τους.