βολίδα
ουσιαστικό1. Σχήματος και μεγέθους βλήμα, συνήθως μεταλλικό, που εκτοξεύεται από πυροβόλο όπλο ή κανόνι και κινείται με υψηλή ταχύτητα προς τον στόχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βολίδα διαπέρασε το μέταλλο και προκάλεσε μια τρύπα.
- Η βολίδα του πυροβόλου εξερράγη στο χωράφι.
- Το αυτοκίνητο πέρασε σαν βολίδα μέσα από την στροφή.
- Όταν άκουσε το συναγερμό, ο παίκτης έτρεξε σαν βολίδα προς την έξοδο.
- Ένα φωτεινό αντικείμενο πέρασε σαν βολίδα στον νυχτερινό ουρανό.
- Στο πεδίο μάχης βρέθηκαν πολλές βολίδες θαμμένες στο χώμα.