σταθμός
ουσιαστικό1. Τόπος ή εγκατάσταση όπου σταματούν, φορτώνονται ή ξεφορτώνονται μέσα μεταφοράς και παρέχονται πλατφόρμες, αποβάθρες και υπηρεσίες επιβίβασης και αποβίβασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σταθμός του τρένου είναι κλειστός λόγω απεργίας.
- Ο σταθμός μετέδωσε ζωντανή συνέντευξη από το στούντιο.
- Οι τεχνικοί επισκέφθηκαν τον σταθμό παραγωγής για έλεγχο.
- Ο μετεωρολογικός σταθμός κατέγραψε έντονη πτώση της θερμοκρασίας.
- Περιμένουμε στην είσοδο του σταθμού του μετρό.