συμμόρφωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή πράξη προσαρμογής και τήρησης κανόνων, προτύπων, νόμων ή απαιτήσεων από άτομα, ομάδες, οργανισμούς ή αντικείμενα.
2. Βαθμός στον οποίο ένα προϊόν, μια διαδικασία ή ένα σύστημα ανταποκρίνεται σε τεχνικές προδιαγραφές ή πρότυπα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανυπακοή απείθεια παράβαση παραβίαση ασυμμόρφωση αθέτηση ανταρσία παρέκκλιση αντίσταση άρνηση απόκλιση ανομία ασυδοσία ατομικότητα διαδήλωση διαμαρτυρία παρανομία στάση προσβολή εξαίρεση απαίτηση εξέγερση ανωμαλία αντίρρηση εναντίωση παραβατικότητα παρατυπία ασυνέπεια παρεκτροπή εκτροπή αντίλογος αποχή ιδιοσυγκρασία παράσταση αντίφαση παραστράτημα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμμόρφωση με τους νόμους είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του κράτους.
- Η συμμόρφωση του προϊόντος με τις προδιαγραφές πιστοποιείται με δοκιμές.
- Η συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία βελτιώνει τα κλινικά αποτελέσματα.
- Η συμμόρφωση των εργαζομένων στα μέτρα ασφάλειας μειώνει τον κίνδυνο ατυχημάτων.
- Η συμμόρφωση του σκύλου στις εντολές δείχνει σωστή εκπαίδευση.