μαχαιρώνω
ρήμα1. Εισάγω μαχαίρι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο στο σώμα κάποιου με σκοπό να τον τραυματίσω ή να τον σκοτώσω, προκαλώντας διάτρηση ή κοπή ιστών.
2. Κόβω ή χαράζω κάτι χρησιμοποιώντας μαχαίρι ή παρόμοιο αιχμηρό εργαλείο (π.χ. τρόφιμα, υλικά).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην κουζίνα κάθε πρωί μαχαιρώνω φρέσκα λαχανικά για τη σαλάτα.
- Στο οικογενειακό τραπέζι μαχαιρώνω προσεκτικά το ψητό πριν το σερβίρω.
- Καθώς καθαρίζω τις πατάτες, από αμέλεια μαχαιρώνω το δάχτυλό μου.
- Σε έναν εφιάλτη είδα ότι από οργή μαχαιρώνω κάποιον και ξύπνησα φοβισμένος.
- Η προδοσία του με πλήγωσε τόσο που ένιωσα πως μαχαιρώνω την εμπιστοσύνη που είχα μέσα μου.