έθος
ουσιαστικό1. Σταθερό σύνολο ηθικών αρχών και αξιών που χαρακτηρίζει την προσωπικότητα ή τις επιλογές ενός ατόμου ή μιας ομάδας.
2. Συμπεριφορά ή συνήθεια που έχει καθιερωθεί και επαναλαμβάνεται στο πλαίσιο μιας κοινότητας ή κοινωνικής πρακτικής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έθος της πόλης απαιτεί να χαιρετάμε τους γείτονες.
- Έχει το έθος να διαβάζει πριν κοιμηθεί κάθε βράδυ.
- Ιστορικά, το έθος των προγόνων μας διαμόρφωσε πολλές παραδόσεις.
- Το έθος μιας εταιρείας φαίνεται από τις αποφάσεις της σε θέματα διαφάνειας και ηθικής.
- Στα έργα της εποχής, το έθος του κοινού αντανακλάται στις επιλογές των συγγραφέων.