σύνταγμα
ουσιαστικό1. Θεμελιώδες νομικό κείμενο που καθορίζει τη δομή, τις αρμοδιότητες και τους κανόνες λειτουργίας του κράτους, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύνταγμα κατοχυρώνει τις βασικές ελευθερίες των πολιτών.
- Η τήρηση του συντάγματος είναι θεμέλιο της δημοκρατίας.
- Θα σε περιμένω στο Σύνταγμα μπροστά στο συντριβάνι.
- Το σύνταγμα ανέλαβε τη φρούρηση της περιοχής.
- Τα συντάγματα παρέλασαν στην κεντρική λεωφόρο.