δικτατορία

ουσιαστικό

1. Σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο η πολιτική εξουσία ασκείται συγκεντρωμένα από ένα πρόσωπο ή μια μικρή ομάδα, χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και με περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών.

Συνώνυμα

χούντα τυραννία δεσποτεία απολυταρχία δεσποτία αυταρχία αυταρχισμός ολοκληρωτισμός στρατοκρατία πολίτευμα ολιγαρχία μονοκομματισμός κυβέρνηση καθεστώς

Αντώνυμα

δημοκρατία σύνταγμα πλουραλισμός κοινοβουλευτισμός λαοκρατία ελευθερία αναρχία

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δικτατορία επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου.
  • Η δικτατορία κράτησε δέκα χρόνια και κατέστρεψε πολλούς θεσμούς.
  • Τον κατηγόρησαν ότι ασκεί δικτατορία στην ομάδα και δεν δέχεται αντιρρήσεις.
  • Η δικτατορία της μόδας επιβάλλει πρότυπα ομορφιάς που αλλάζουν διαρκώς.
  • Σε μια δικτατορία δεν υπάρχουν ανεξάρτητες εκλογές ούτε ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα.