υποταγή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή πράξη κατά την οποία ένα πρόσωπο, ομάδα ή κράτος τίθεται υπό την εξουσία, τον έλεγχο ή τη βούληση κάποιου άλλου, είτε με αποδοχή είτε εξαναγκαστικά.
Συνώνυμα
παράδοση υπακοή υποτέλεια δουλεία δουλικότητα συμμόρφωση υποτακτικότητα εξάρτηση κατάκτηση καταπίεση παθητικότητα σκλαβιά υποδούλωση υποχωρητικότητα υποχώρηση παραίτηση ταπείνωση παραδοχή αποδοχή σκύψιμο ταπεινότητα πειθαρχία προσκύνημα
Αντώνυμα
ανυπακοή ανυποταξία αντίσταση εξέγερση επανάσταση απελευθέρωση ελευθερία απείθεια ανάσταση ανεξαρτησία ηγεμονία ηγεσία κυριαρχία εξουσία ανταρσία αυτοδιάθεση ελευθέρωση χειραφέτηση αυτονομία αρχηγία βουλή βούληση επικράτηση επιμονή λευτεριά πρωτοκαθεδρία υπεροχή δύναμη τιμόνι κουμάντο πάλη θέληση αυτοάμυνα πρωτοβουλία αντίκρουση ανωτερότητα παντοδυναμία πείσμα αντίδραση αμφισβήτηση αντίλογος διαμαρτυρία αρχή αντίρρηση έπαρση υπερηφάνεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποταγή στο νόμο είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας.
- Οι πολιορκημένοι παρέδωσαν τα όπλα, σημειώνοντας την υποταγή τους.
- Η υποταγή των πολιτών στο καταπιεστικό καθεστώς τους στέρησε τα βασικά δικαιώματα.
- Ένιωθε την εσωτερική υποταγή απέναντι στις απαιτήσεις του προϊσταμένου.
- Αρνήθηκαν κάθε υποταγή και συνέχισαν τον αγώνα για ανεξαρτησία.