αυτονομία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα ενός ατόμου, ομάδας ή φορέα κατά την οποία λαμβάνει αποφάσεις και αναλαμβάνει ευθύνες με δικό του έλεγχο και χωρίς εξωτερική επιβολή.
Συνώνυμα
ανεξαρτησία αυτοκυβέρνηση αυτοδιοίκηση αυτοδιάθεση αυτοτέλεια κυριαρχία αποσχισμός ελευθερία χειραφέτηση αυτενέργεια λευτεριά αυτάρκεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυτονομία της περιοχής αναγνωρίστηκε από το κράτος.
- Η αυτονομία των ασθενών πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους γιατρούς.
- Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο έχει αυτονομία 350 χιλιομέτρων με μία φόρτιση.
- Το πανεπιστήμιο ζητά μεγαλύτερη αυτονομία στη διοίκηση και στη λήψη αποφάσεων.
- Η αυτονομία της σκέψης ενισχύει την κριτική ικανότητα των μαθητών.