έπαρση
ουσιαστικόΣτάση ή συμπεριφορά κατά την οποία ένα άτομο θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους και επιδεικνύει υπερβολική αυτοπεποίθηση, συχνά συνοδευόμενη από περιφρόνηση προς τους άλλους.
Συνώνυμα
αλαζονεία υπεροψία ύβρις κενοδοξία εγωισμός υπερηφάνεια περηφάνια μεγαλομανία ενθουσιασμός θράσος άρση αναίδεια θρασύτητα μέθη μαγκιά αυτοπεποίθηση αυθάδεια ψώνιο τσαμπουκάς καύχημα εγωπάθεια έξαψη ανάταση
Αντώνυμα
ταπεινοφροσύνη ταπεινότητα σεμνότητα μετριοφροσύνη ταπεινιά ταπείνωση υποταγή μετριοσύνη αυτουποτίμηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η έπαρση του τον έκανε να αγνοεί κάθε προειδοποίηση.
- Η έπαρση της σημαίας έγινε στην κεντρική πλατεία το πρωί.
- Μια στιγμιαία έπαρση αυτοπεποίθησης του έδωσε θάρρος να μιλήσει.
- Η έπαρση της επιτυχίας του άλλαξε τη συμπεριφορά του απέναντι στους φίλους.
- Η έπαρση των σημαιών στο ναύσταθμο έγινε με στρατιωτική τελετή.