έπαρση

ουσιαστικό

Στάση ή συμπεριφορά κατά την οποία ένα άτομο θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους και επιδεικνύει υπερβολική αυτοπεποίθηση, συχνά συνοδευόμενη από περιφρόνηση προς τους άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έπαρση του τον έκανε να αγνοεί κάθε προειδοποίηση.
  • Η έπαρση της σημαίας έγινε στην κεντρική πλατεία το πρωί.
  • Μια στιγμιαία έπαρση αυτοπεποίθησης του έδωσε θάρρος να μιλήσει.
  • Η έπαρση της επιτυχίας του άλλαξε τη συμπεριφορά του απέναντι στους φίλους.
  • Η έπαρση των σημαιών στο ναύσταθμο έγινε με στρατιωτική τελετή.