κατάργηση
ουσιαστικό1. Διακοπή ή παύση της ισχύος, λειτουργίας ή εφαρμογής ενός νόμου, θεσμού, κανόνα, δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της νομικής ή πρακτικής του ισχύος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διατήρηση καθιέρωση θεσμοθέτηση εγκαθίδρυση διάταγμα συμβόλαιο δικαίωμα σύσταση ανανέωση διαμόρφωση εδραίωση κατάρτιση νομιμοποίηση εφαρμογή επιβολή παραμονή έγκριση επαναφορά επανένταξη δημιούργημα διάταξη εγγραφή εγκατάσταση ιδιότητα καταχώριση προώθηση ρύθμιση συνεισφορά σχηματισμός τοποθέτηση παρασκευή λειτουργία δημιουργία σύνταξη δέσμευση γένεση διορισμός επικύρωση ντιλ προσθήκη ενεργοποίηση ισχύς χορηγία ψηφοφορία επανέναρξη
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάργηση του νόμου ανακοινώθηκε χθες από τη Βουλή.
- Ζητούν την κατάργηση των τελών στάθμευσης στο κέντρο της πόλης.
- Μετά την κατάργηση της θέσης του διευθυντή, πολλοί εργαζόμενοι άλλαξαν τμήμα.
- Η κατάργηση της γραμμής τρένου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κατοίκους.
- Προβλέπεται η κατάργηση ορισμένων προνομίων για δημόσιους υπαλλήλους.