σύνταξη

ουσιαστικό

1. Σύνολο κανόνων και αρχών που καθορίζουν τη δομή, τη σειρά και τις σχέσεις των λέξεων μέσα σε προτάσεις μιας γλώσσας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύνταξη της ελληνικής γλώσσας έχει περίπλοκους κανόνες.
  • Πρέπει να ελέγξουμε τη σύνταξη του προγράμματος πριν το τρέξουμε.
  • Μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας, έλαβε τη σύνταξη.
  • Η σύνταξη του συμβολαίου χρειάζεται νομική έγκριση.
  • Η καθηγήτρια επεσήμανε λάθη στη σύνταξη της έκθεσης.