εργασία
ουσιαστικό1. Δραστηριότητα ή σύνολο ενεργειών που επιχειρούνται για την παραγωγή αγαθών, την παροχή υπηρεσιών ή την εκπλήρωση καθηκόντων.
2. Θέση απασχόλησης ή επαγγελματική απασχόληση με συγκεκριμένα καθήκοντα, συχνά αμειβόμενη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανεργία ανάπαυση ξεκούραση αργία απραξία τεμπελιά αναψυχή χαλάρωση παιχνίδι διακοπές διάλειμμα ρεπό χόμπι ψυχαγωγία άδεια σχολή σύνταξη πάτι παιχνιδάκι απεργία ανάπαυλα σπίτι αεργία κενό ραστώνη διασκέδαση σχολείο στάση κολέγιο παρτίδα κατοικία ανενεργότητα χαβαλές πάρτι γιορτή εμπόρευμα εκδρομή στέκι
Παραδείγματα χρήσης
- Η εργασία μου στο γραφείο τελειώνει στις πέντε.
- Η εργασία για το μάθημα πρέπει να παραδοθεί αύριο.
- Η εργασία του επιστήμονα δημοσιεύτηκε σε διεθνές περιοδικό.
- Η χειρωνακτική εργασία στο εργοτάξιο ήταν κουραστική.
- Χρειάστηκε πολλή εργασία για να οργανώσουμε τη γιορτή.