εμπόρευμα
ουσιαστικό1. Προϊόν ή υλικό αγαθό που παράγεται, μεταφέρεται ή διατίθεται προς πώληση και ανταλλαγή.
2. Είδος αποθέματος ή φορτίου που ανήκει σε επιχειρηματική δραστηριότητα και προορίζεται για εμπορική διάθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εμπόρευμα φορτώθηκε στο πλοίο.
- Ένα εμπόρευμα υψηλής αξίας απαιτεί προσεκτική ασφάλιση.
- Το εμπόρευμα δηλώθηκε στην τελωνειακή αρχή.
- Η γνώση δεν πρέπει να γίνει εμπόρευμα.
- Λόγω καθυστέρησης, το εμπόρευμα έφτασε αργότερα από το προβλεπόμενο.