ρεπό
ουσιαστικόΧρονικό διάστημα (συνήθως ημέρα ή μέρος ημέρας) κατά το οποίο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής εργασίας ώστε να ξεκουραστεί, να καλύψει προσωπικές ανάγκες ή για άλλους λόγους σύμφωνα με τις εργασιακές ρυθμίσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω ρεπό αύριο, οπότε θα πάω στην εξοχή.
- Ο γιατρός μου είπε να πάρω ρεπό για να ξεκουραστώ.
- Πήρε δύο ρεπό μετά από τη νυχτερινή βάρδια.
- Έχω ακόμα πέντε ρεπό σωρευμένα.
- Η ομάδα έχει ρεπό αυτό το Σαββατοκύριακο.
- Το ρεπό του μεταφέρθηκε για την επόμενη εβδομάδα.