αναφορά
ουσιαστικό1. Έγγραφο ή προφορική έκθεση που παρουσιάζει πληροφορίες, δεδομένα, ευρήματα ή συμπεράσματα σχετικά με ένα θέμα, μια έρευνα, ένα περιστατικό ή μια κατάσταση.
Συνώνυμα
έκθεση μνεία παραπομπή ρεπορτάζ απολογισμός καταγραφή ανακοίνωση δήλωση υπόμνημα μνημόνιο ιστορία πληροφορία φήμη είδηση εργασία μήνυση περιγραφή κείμενο γραφή ενημέρωση δελτίο διήγηση πληροφόρηση ανταπόκριση γνωμάτευση εισήγηση ανασκόπηση τεκμηρίωση καταγγελία παράθεση μήνυμα σημείωμα κατάθεση διάλεξη αναγγελία αφήγηση δείκτης επίκληση επιστολή μαρτυρία παρατήρηση σημείωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναφορά για το έργο πρέπει να παραδοθεί αύριο.
- Η ομιλία του περιείχε αναφορά στην ιστορία της πόλης.
- Ο υπάλληλος συμπλήρωσε την αναφορά ατυχήματος στο αρχείο.
- Στην εργασία μου κάνω αναφορά σε όλες τις σχετικές πηγές.
- Έκανα αναφορά του προφίλ επειδή παραβίαζε τους όρους της πλατφόρμας.
- Η αναφορά των αποτελεσμάτων έγινε απευθείας στον διευθυντή.