παιχνίδι
ουσιαστικό1. Αντικείμενο σχεδιασμένο για ψυχαγωγία, εκμάθηση ή δημιουργική απασχόληση, συνήθως προοριζόμενο για χρήση από παιδιά ή ενήλικες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιχνίδι του μικρού αγοριού έμεινε στο σαλόνι.
- Χθες είδαμε ένα συναρπαστικό παιχνίδι μπάσκετ.
- Το παιχνίδι στην κονσόλα έχει εκπληκτικά γραφικά.
- Το να λύσεις αυτό το πρόβλημα δεν είναι παιχνίδι, χρειάζεται σοβαρή σκέψη.
- Στην πολιτική όλα είναι ένα παιχνίδι ισορροπιών και συμφερόντων.