υπόθεση
ουσιαστικό1. Γεγονός ή σειρά γεγονότων που εξετάζεται στο πλαίσιο δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας και υποβάλλεται σε νομική κρίση.
2. Πρόταση ή ιδέα που λαμβάνεται προσωρινά ως αληθής για να χρησιμεύσει ως βάση για συλλογισμό, έρευνα ή δοκιμή.
Συνώνυμα
περίπτωση πλοκή παραδοχή εικασία θέμα ζήτημα δίκη σκάνδαλο μυστήριο περιστατικό συμβάν περίσταση θέση πράμα ιδέα αξίωμα δοξασία τεκμήριο αγωγή αντιδικία εκκρεμότητα προϋπόθεση σενάριο πρόβλημα σχέση πράγμα θεωρία φάση γεγονός συμβολή αφήγημα υπόδειξη ιστορία φάκελος εργασία εκδοχή πρόταση ενδεχόμενο αιτιολογία αφήγηση πρόβλεψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υπόθεση θα εκδικαστεί στο δικαστήριο την επόμενη εβδομάδα.
- Στη συζήτηση τίθεται η υπόθεση ότι η αγορά θα ανακάμψει.
- Αυτή είναι προσωπική υπόθεση και δεν αφορά κανέναν άλλον.
- Οι αστυνομικοί ερευνούν την υπόθεση με προσοχή.
- Στο άρθρο παρουσιάζεται η υπόθεση εργασίας και τα πρώτα αποτελέσματα.