υπόθεση

ουσιαστικό

1. Γεγονός ή σειρά γεγονότων που εξετάζεται στο πλαίσιο δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας και υποβάλλεται σε νομική κρίση.

2. Πρόταση ή ιδέα που λαμβάνεται προσωρινά ως αληθής για να χρησιμεύσει ως βάση για συλλογισμό, έρευνα ή δοκιμή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπόθεση θα εκδικαστεί στο δικαστήριο την επόμενη εβδομάδα.
  • Στη συζήτηση τίθεται η υπόθεση ότι η αγορά θα ανακάμψει.
  • Αυτή είναι προσωπική υπόθεση και δεν αφορά κανέναν άλλον.
  • Οι αστυνομικοί ερευνούν την υπόθεση με προσοχή.
  • Στο άρθρο παρουσιάζεται η υπόθεση εργασίας και τα πρώτα αποτελέσματα.