βοηθώ

ρήμα

1. Δίνω ή προσφέρω στήριξη, πόρους ή ενέργεια σε κάποιον ώστε να διευκολύνω την εκτέλεση μιας πράξης ή την αντιμετώπιση μιας δυσκολίας.

2. Συμβάλλω στην πραγματοποίηση ενός σκοπού ή αποτελέσματος, ενεργώντας συμπληρωματικά ή συνεργαζόμενος με άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ βοηθώ τα παιδιά με τα μαθήματά τους κάθε απόγευμα.
  • Μου αρέσει να βοηθώ τους φίλους μου όταν έχουν προβλήματα.
  • Τους βοηθώ να ολοκληρώσουν το έργο δίνοντας οδηγίες και χρόνο.
  • Προσπαθώ να βοηθώ στην κοινότητα μέσω εθελοντικών δράσεων.
  • Το να βοηθώ κάποιον χωρίς αντάλλαγμα με γεμίζει ικανοποίηση.