ανοιχτός
επίθετο1. Που δεν είναι κλειστό ή σφραγισμένο και έχει άνοιγμα ή κενό στον χώρο του.
2. Που επιτρέπει την είσοδο, τη διέλευση ή την πρόσβαση και μπορεί να χρησιμεύει για χρήση από άλλα άτομα.
Συνώνυμα
ανοικτός ανοιχτόμυαλος ανοιχτόχρωμος ανοιγμένος ξεκλείδωτος ακάλυπτος εκτεθειμένος ανοιχτόκαρδος δεκτικός διαφανής φιλόξενος διαθέσιμος λειτουργικός απρόσκοπτος ελεύθερος απροκάλυπτος ευρύχωρος απρόφρακτος ειλικρινής άμεσος διατεθειμένος εξωστρεφής ευθύς χαμογελαστός ύπαιθρος διάφανος διαχυτικός εκδηλωτικός προσβάσιμος πρόσχαρος ενεργός αχανής χαλαρός φανερός δημόσιος προσιτός κοινόχρηστος ομιλητικός προσπελάσιμος ευρύς
Αντώνυμα
κλειστός κλειδωμένος σφραγισμένος κλειστόμυαλος αποκλειστικός σκούρος απόκρυφος επιφυλακτικός κρυπτός ανειλικρινής κρυπτικός μυστικοπαθής αποκλεισμένος εσωστρεφής καλυμμένος μυστικός κρυφός περιορισμένος δεσμευμένος αδιαφανής συγκλειστός στενός κρυμμένος μυστηριώδης υπόγειος κολλημένος ντροπαλός άτεγκτος αινιγματικός απομονωμένος απρόσιτος δόλιος μίζερος μοναχικός πανούργος πονηρός σκιώδης συγκρατημένος συνεσταλμένος ύπουλος αποξενωμένος αποστασιοποιημένος απροσπέλαστος διπρόσωπος εξαπατητικός μαύρο παγερός περιοριστικός στενό στενόμυαλος συγκαλυμμένος σφιγμένος απόρρητος απαγορευμένος αόρατος εσωτερικός σκοτεινός αρνητικός επιτηδευμένος συντηρητικός έγκλειστος αδιαπέραστος παραπλανητικός προσποιητός σκεπασμένος σκυθρωπός μαζεμένος στοά
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόρτα είναι ανοιχτή.
- Το μαγαζί θα μείνει ανοιχτό μέχρι τις εννέα.
- Ο φίλος μου είναι πάντα ανοιχτός μαζί μου.
- Η καθηγήτρια είναι ανοιχτή σε νέες ιδέες.
- Το τραύμα είναι ανοιχτό και χρειάζεται περίθαλψη.
- Οι δρόμοι είναι ανοιχτοί μετά το καθάρισμα του χιονιού.