μίζερος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας, δυσφορίας ή καταθλιπτικής εικόνας, προκαλώντας λύπηση ή αρνητική εντύπωση.
2. Που εκδηλώνει έλλειψη γενναιοδωρίας ή ευαισθησίας, συμπεριφέρεται σκληρά, στενόστροφα ή απρόθυμα να μοιραστεί πόρους ή υποστήριξη.
Συνώνυμα
τσιγκούνης τσιγκουνιάρης σφιχτοχέρης πενιχρός δυστυχής ζοφερός φειδωλός σφιχτός μικρόψυχος στενόψυχος μικροπρεπής τσιγκούνικος άθλιος ελεεινός θλιβερός κακομοίρης μουντός σκατένιος χάλια δυστυχισμένος κατσουφιασμένος ταλαίπωρος φτωχός αξιολύπητος κακόμοιρος καημένος ανιαρός άπορος απαισιόδοξος μουτρωμένος σκυθρωπός στενοχωρημένος
Αντώνυμα
γενναιόδωρος ανοιχτοχέρης απλόχερος ανοιχτόκαρδος μεγαλοψυχός γενναιόψυχος πλούσιος πλουσιοπάροχος αξιοπρεπής φιλεύσπλαχνος ανοιχτός ευτυχής αισιόδοξος ευφρόσυνος εντυπωσιακός γελαστός θεαματικός χαρούμενος μεγαλοπρεπής εξαίσιος θαυμάσιος αστείος καταπληκτικός συναρπαστικός λαμπρός γιορτινός μακάριος
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν τόσο μίζερος που δεν άφησε φιλοδώρημα στον σερβιτόρο.
- Η μίζερη διακόσμηση του σπιτιού έκανε τον χώρο άχαρο.
- Το δωμάτιο ήταν μίζερο και κρύο, χωρίς φυσικό φως.
- Μας πρόσφεραν έναν μίζερο μισθό για τόση δουλειά.
- Οι μίζεροι γείτονες πάντα γκρινιάζουν για το παραμικρό.