απομονωμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε απομόνωση ή μακριά από άλλα άτομα, ομάδες ή αντικείμενα, χωρισμένος από το περιβάλλον του.
2. Που υφίσταται κοινωνικό ή συναισθηματικό διαχωρισμό, χωρίς επαρκή επαφή, επικοινωνία ή στήριξη από άλλους.
Συνώνυμα
αποκλεισμένος μεμονωμένος αποκομμένος απομακρυσμένος μοναχικός ερημικός ερημωμένος εγκαταλελειμμένος αποξενωμένος αποσυρμένος ξεκομμένος απόμακρος περιθωριακός μόνος ξεχωριστός ολομόναχος έγκλειστος αποσπασμένος αποστασιοποιημένος αποσυνδεδεμένος ασύνδετος δυσπρόσιτος περιθωριοποιημένος εγκλωβισμένος εσωστρεφής αβοήθητος κλειστός κλειδωμένος εκτός απαξιωμένος μυστικοπαθής παραμελημένος χωριστός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απομονωμένος οικισμός δεν έχει εύκολη πρόσβαση το χειμώνα.
- Ένιωθε απομονωμένος μετά τη μετακόμιση σε άλλη πόλη.
- Ο απομονωμένος ασθενής νοσηλεύεται σε ειδικό θάλαμο.
- Ο απομονωμένος υπολογιστής λειτουργεί χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο.
- Ο απομονωμένος λόφος προσέφερε μοναδική θέα και ησυχία.