απροσπέλαστος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να διαβεί ή να διασχιστεί λόγω φυσικού ή τεχνητού εμποδίου.
2. Που καθιστά πολύ δύσκολη ή πρακτικά αδύνατη την προσέγγιση, την είσοδο ή την επικοινωνία με κάποιο πρόσωπο, τόπο ή φορέα.
Συνώνυμα
αδιαπέραστος αδιάβατος δυσπρόσιτος απρόσιτος άβατος απόρθητος ανυπέρβλητος θωρακισμένος αποκλεισμένος μπλοκαρισμένος αποκομμένος κλειστός περίκλειστος ακαταμάχητος ανέφικτος
Αντώνυμα
προσβάσιμος προσιτός διαβατός προσπελάσιμος διελεύσιμος ανοιχτός πλησιάσιμος κατανοητός ανοικτός εύληπτος περάσιμος διαπερατός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος προς το χωριό ήταν απροσπέλαστος μετά τη χιονόπτωση.
- Ο παλιός πύργος φαινόταν απροσπέλαστος από μακριά.
- Ο χαρακτήρας του ήταν απροσπέλαστος, δύσκολα άφηνε κάποιον κοντά του.
- Ο κώδικας του συστήματος ήταν απροσπέλαστος χωρίς τα κατάλληλα διαπιστευτήρια.
- Μετά τη βροχή, ο χωματόδρομος στο δάσος έγινε απροσπέλαστος λόγω της λάσπης.