λειτουργικός
επίθετο1. Που αφορά ή σχετίζεται με την πρακτική λειτουργία ενός συστήματος, οργάνου ή μηχανισμού και εκτελεί ή διευκολύνει τις αναγκαίες λειτουργίες του.
Συνώνυμα
πρακτικός χρήσιμος χρηστικός ενεργός ευχρηστός ανοιχτός εύχρηστος αποδοτικός αποτελεσματικός εργαλειακός ωφέλιμος φυσιολογικός βολικός εκκλησιαστικός εφαρμόσιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λειτουργικός φωτισμός στην κουζίνα κάνει την προετοιμασία φαγητού πιο ασφαλή.
- Αυτό το τραπέζι είναι λειτουργικό και εξοικονομεί χώρο στο μικρό διαμέρισμα.
- Η λειτουργική αρχιτεκτονική της εφαρμογής βελτιώνει την απόδοση και την αλληλεπίδραση με τον χρήστη.
- Οι λειτουργικές ανάγκες της ομάδας καθορίζουν τη διαμόρφωση του χώρου γραφείου.
- Παρόλο που υπήρχε μικρή ζημιά, η μηχανή έμεινε λειτουργική.