μυστικός
επίθετο1. Που διατηρείται σκοπίμως μη αποκαλυπτόμενο σε τρίτους, ώστε η ύπαρξη, το περιεχόμενο ή οι λεπτομέρειες να μην γίνονται γνωστές στο ευρύ κοινό.
Συνώνυμα
απόρρητος εμπιστευτικός κρυφός κρυμμένος συγκεκαλυμμένος απόκρυφος μυστικοπαθής υπόγειος παρασκηνιακός κρυπτός μυστηριώδης κλειστός μυστικό κρυπτικός συγκαλυμμένος αφανής καλυμμένος σκοτεινός μυστήριος κρυφαίος συγκρυμμένος μυστικιστικός ιδιωτικός αδιαφανής λαθραίος
Αντώνυμα
φανερός ανοιχτός δημόσιος διαφανής σαφής ξεκάθαρος δημοσιοποιημένος απροκάλυπτος δηλωτός διακηρυγμένος εκδηλωτικός ανοικτός διάφανος οφθαλμοφανής ανοιχτόκαρδος εξωστρεφής εναργής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μυστικός πράκτορας παρακολούθησε τον ύποπτο.
- Η μυστική συνάντηση έγινε το βράδυ.
- Το μυστικό δεν πρέπει να ειπωθεί σε κανέναν.
- Αυτό το έγγραφο είναι μυστικό και δεν επιτρέπεται η διανομή του.
- Κρατούσαν πολλά μυστικά μεταξύ τους.