ύπαιθρος
ουσιαστικό1. Εκτεταμένη περιοχή εκτός του αστικού ιστού, συνήθως φυσικού ή γεωργικού χαρακτήρα, όπου κυριαρχεί το ανοιχτό τοπίο και η χαμηλή δόμηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περπατήσαμε στην ύπαιθρο όλη την απογευματινή βόλτα.
- Η συναυλία θα γίνει στην ύπαιθρο λόγω του καλού καιρού.
- Από την κορυφή του λόφου είδαμε την ύπαιθρο απλωμένη ως τον ορίζοντα.
- Η ύπαιθρος προσφέρει ησυχία που δεν βρίσκεις στην πόλη.
- Η ομορφιά της ύπαιθρου γέμισε τα μάτια μας.