διαφανής

επίθετο

1. Που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός, ώστε να είναι δυνατή η διάκριση αντικειμένων ή σχημάτων από την άλλη πλευρά του.

2. Που είναι σαφής και ξεκάθαρος ως προς τις προθέσεις, τη δομή ή τη λειτουργία, χωρίς κρυφές πληροφορίες ή ασαφείς διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παράθυρο είναι διαφανές και αφήνει το φως να μπει.
  • Η διοίκηση πρέπει να είναι διαφανής προς τους μετόχους.
  • Οι κανόνες του προγράμματος πρέπει να είναι διαφανείς και κατανοητοί από όλους.
  • Ο υαλοπίνακας στο κτίριο είναι διαφανής αλλά παρέχει και ηχομόνωση.
  • Ο αισθητήρας καθιστά το υλικό διαφανές σε συγκεκριμένα μήκη κύματος.